«Εφυγε» απ' τη ζωή η Μαριέττα Γιαννάκου

«Εφυγε» απ' τη ζωή η Μαριέττα Γιαννάκου

Σε ηλικία 71 ετών πέθανε η βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ, Μαριέττα Γιαννάκου

Έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 27 Φεβρουαρίου η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Μαριέττα Γιαννάκου, η οποία έδινε μάχη στη ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας 251.

Η Μαριέττα Γιαννάκου είχε διακομιστεί εκτάκτως στο νοσοκομείο μετά από πτώση που είχε από το αναπηρικό αμαξίδιο και τότε χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση καθώς οι γιατροί διαπίστωσαν ότι είχε αιμάτωμα.

Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Ιούνιο η Μαριέττα Γιαννάκου είχε ξανανοσηλευτεί στο στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορία καθώς είχε αισθανθεί δύσπνοια κατά τη διάρκεια των διακοπών της ενώ τον Σεπτέμβριο νόσησε με κορονοϊό και υποχρεώθηκε να παραμείνει σε καραντίνα.

Ποια ήταν η Μαριέττα Γιαννάκου

Η Μαριορή (Μαριέττα) Γιαννάκου (Γεράκι Λακωνίας, 6 Ιουνίου 1951 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 2022) ήταν Ελληνίδα νευρολόγος-ψυχίατρος, πολιτικός, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, πρώην υπουργός Παιδείας, πρώην υπουργός Υγείας και πρώην ευρωβουλευτής της ΝΔ (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα).

Στην ηλικία των 11 χάνει τον πατέρα της, ο οποίος ήταν τότε 45 χρονών, γεγονός που σύμφωνα με δηλώσεις της «της στοίχισε πολύ» και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην μετέπειτα πορεία της, αφού «την ανάγκασε να αισθανθεί μεγαλύτερη την ευθύνη από τόσο μικρή ηλικία». Τελειώνοντας το σχολείο, εισάγεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αν και ο πατέρας της την προόριζε για διπλωμάτη. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στην ιατρική, ειδικεύεται στην ψυχιατρική ενώ συνεχίζει τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης, στο Βέλγιο.

Αν και αφοσιωμένη στην πολιτική παντρεύεται με τον Παναγιώτη Κούτσικο το 1983, με τον οποίο θα αποκτήσει μία κόρη. Το 1997 θα πάρει διαζύγιο με αποτέλεσμα, πέραν της δουλειάς της, να στρέψει όλη της την προσοχή προς την κόρη της.

Η ζωή της Μαριέττας Γιαννάκου άλλαξε στις 6 Φεβρουαρίου 2008, όταν υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό του δεξιού της ποδιού μετά από κάταγμα που υπέστη. Ο σακχαρώδης διαβήτης από τον οποίο πάσχει εμπόδιζε το τραύμα να επουλωθεί και προκάλεσε μόλυνση, με αποτέλεσμα η κατάσταση της υγείας της να επιδεινωθεί ραγδαία. Αυτό ανάγκασε τους γιατρούς του νοσοκομείου «Ερρίκος Ντυνάν» να συνεδριάσουν εκτάκτως και αποφάσισαν να προχωρήσουν σε επέμβαση ακρωτηριασμού προκειμένου να σώσουν τη ζωή της. Στις 28 Μαΐου 2016, η Μαριέττα Γιαννάκου υπέστη έμφραγμα και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός.

Μετά το 1974, ξεκινά ενεργά την πολιτική της δραστηριότητα ως μέλος της ΟΝΝΕΔ. Τότε γνωρίζεται με τον πρόεδρο και ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Καραμανλή. Αν και δεν είχε αποφασίσει να ασχοληθεί ευρύτερα με την πολιτική, η κατάσταση της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης της έδωσε την ώθηση και από τότε η πορεία της στην πολιτική σκηνή ήταν συνεχώς ανοδική. Στις Ευρωεκλογές του 1984 εκλέγεται ευρωβουλευτής ενώ το 1989 θα τοποθετηθεί επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου της ΝΔ.

Ως βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την περίοδο 1984-1990, αναλαμβάνει πρόεδρος της Εξεταστικής Επιτροπής για το πρόβλημα των ναρκωτικών στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αντιπρόεδρος της Επιτροπής για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, μέλος των Επιτροπών Κοινωνικών Υποθέσεων και Απασχόλησης, Μεταφορών, Ελέγχου του Προϋπολογισμού, Οικονομικής, Νομισματικής και Βιομηχανικής Πολιτικής, μέλος της Αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και μόνιμος εισηγητής για τα θέματα παραγωγής και εμπορίας κοκαΐνης, καθώς και μέλος της Αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη Χιλή, έχοντας τιμηθεί με το ανώτατο παράσημο "Bernando O' Higgins" της Δημοκρατίας της Χιλής. Διετέλεσε επίσης Επικεφαλής της αντιπροσωπείας των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μέλος του Πολιτικού Γραφείου της κοινοβουλευτικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος.

Η κυβερνητική της θητεία ξεκινά με τις βουλευτικές εκλογές του 1990, οπότε διορίζεται υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την περίοδο 1990-1991. Στις βουλευτικές εκλογές του 1993 εκλέγεται βουλευτής Α΄ Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας, ξεκινώντας την κοινοβουλευτική της θητεία. Στο διάστημα 1993-1999 διετέλεσε μέλος των Επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων και Εθνικής Άμυνας, Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, μέλος της Επιτροπής για τα Ναρκωτικά, αντιπρόεδρος της Επιτροπής για την εξέταση του Σωφρονιστικού Συστήματος, αντιπρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Φιλίας Ελλάδας-ΗΠΑ και μέλος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Φιλίας Ελλάδας-Ρωσίας.

Το 1999 επανεκλέγεται ευρωβουλευτής και αναλαμβάνει μέλος των Επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής, Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, μέλος της Διακοινοβουλευτικής Αντιπροσωπείας «Ευρωπαϊκή Ένωση - Τουρκία», πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Τέταρτος Κόσμος», ενώ είναι επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Νέας Δημοκρατίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Την περίοδο 1990-2004 υπήρξε εθνική συντονίστρια για τα ναρκωτικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μέλος της Οριζόντιας Ομάδας για τα Ναρκωτικά του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ακόμη, υπήρξε πρόεδρος του Τομέα Βαλκανικός Άξονας-Εγγύς Ανατολή της Ομάδας του Δουβλίνου του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Το 2000 επανεκλέγεται βουλευτής Α΄ Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας και ορίζεται αντιπρόεδρος της Διαρκούς Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Μέλος της Διαρκούς Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και Εθνικής Άμυνας, μέλος Διακομματικής Επιτροπής για τα ναρκωτικά, πρόεδρος της Ομάδας Φιλίας με το Κοινοβούλιο της Πολωνίας, και μέλος των Ομάδων Φιλίας με τα Κοινοβούλια των ΗΠΑ και του Μαρόκου.

Το 2002 ορίζεται εκπρόσωπος της Βουλής των Ελλήνων στη «Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης». Στις εργασίες της Συνέλευσης στην Ολομέλεια και τις Ομάδες Εργασίας (2002-2003) διακρίνονται, μεταξύ άλλων, οι παρεμβάσεις της για την κατοχύρωση της ρήτρας αμυντικής αλληλεγγύης μεταξύ κρατών-μελών, για την καθιέρωση της Ευρωπαϊκής Δύναμης Ταχείας Επέμβασης στο πεδίο της Άμυνας, για μέτρα υπέρ της δημόσιας υγείας και για την αντιμετώπιση των ναρκωτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και για την υποστήριξη της ρύθμισης για τη «λαϊκή πρωτοβουλία», σύμφωνα με την οποία ένα εκατομμύριο πολίτες μπορούν να ζητήσουν την ανάληψη συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.

Το 2004 επανεκλέγεται βουλευτής και διορίζεται υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για την περίοδο 2004-2007, στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή. Το όνομά της συνδέεται με μία εκτεταμένη απόπειρα μεταρρύθμισης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Το 2007 αποτυγχάνει να εκλεγεί βουλευτής. Στις ευρωεκλογές του 2009 τέθηκε επικεφαλής του ψηφοδελτίου της Νέας Δημοκρατίας. Στις βουλευτικές εκλογές του 2019 είναι στη δεύτερη θέση του ψηφοδελτίου επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας.